μεταλλαγωγός

μεταλλαγωγός
ο жёлоб для слива металла

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μεταλλαγωγός" в других словарях:

  • μεταλλαγωγός — ο αυλάκι από ειδική άμμο ή πυρίμαχα υλικά μέσα στο οποίο ρέει το λειωμένο μέταλλο από τη βάση τής υψικαμίνου μέχρι τα καλούπια, όπου στερεοποιείται. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέταλλο + ἀγωγός. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρ. Χαντσερή] …   Dictionary of Greek

  • μέταλλο — Όρος ενδεικτικός για ορισμένα στοιχεία που παρουσιάζουν ιδιαίτερα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά. Τα μέταλλα στη συνηθισμένη θερμοκρασία είναι στερεά, με μόνη εξαίρεση τον υδράργυρο, που είναι υγρό. Το χρώμα τους, όταν βρίσκονται σε συμπαγή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»